Παχυσαρκία

Η παχυσαρκία προκύπτει από υπερβολική αποταμίευση λίπους με συνέπεια σημαντικών μορφολογικών και λειτουργικών οργανικών διαταραχών. Θεωρείται παχύσαρκο ένα άτομο όταν ξεπεράσει κατά 20% το βάρος που αντιστοιχεί στο φύλο και την ηλικία του. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο ρυθμός εμφάνισης της παχυσαρκίας έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που σε ανεπτυγμένα, κυρίως δυτικά, κράτη να θεωρείται επιδημία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η πρόληψη και θεραπεία της παχυσαρκίας έχει πρωτίστης σημασίας θέση στη δημόσια υγεία. Βάσει στοιχείων της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας Παχυσαρκίας, στην Ελλάδα η συχνότητα Παχυσαρκίας ανέρχεται για τους ενήλικες στο 26% και 18% για τους άνδρες και τις γυναίκες αντίστοιχα, ενώ για τα παιδιά, ανεξαρτήτως φύλου, τα ποσοστά αγγίζουν το 8,5% του πληθυσμού. Οι ακραίες μορφές της παχυσαρκίας, όπως η νοσογόνος παχυσαρκία, προκαλούν τόσα προβλήματα στην υγεία του ατόμου, ώστε να συμπεριλαμβάνονται με τους χειρότερους παράγοντες νοσηρότητας. Υπολογίζεται ότι τα συνδεόμενα με την παχυσαρκία νοσήματα αποτελούν τη δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου μετά το κάπνισμα.

Ομάδες Υψηλού Κινδύνου Παχυσαρκίας

Η παχυσαρκία προσδιορίζεται με τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ένα διατροφολογικό εργαλείο, το οποίο συσχετίζει το σωματικό βάρος σε κιλά, με το ύψος σε μέτρα: ΔΜΣ = kg/m2. Όλοι οι ενήλικες παχύσαρκοι με ΔΜΣ άνω τoυ 30 ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου. Όταν ο ΔΜΣ ξεπερνά το 40, ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιπλοκών είναι εξαιρετικά υψηλός. Ένας πρόσθετος επιβαρυντικός παράγοντας είναι η ανδρικού τύπου κατανομή λίπους (άθροιση λίπους στην κοιλιακή χώρα). Όταν η διάμετρος της κοιλίας είναι μεγαλύτερη των 102 εκ. για τους άνδρες ή άνω των 88 εκ. για τις γυναίκες, ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος.

Κλινική Παχυσαρκία με χειρουργική παρέμβαση

Η χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας συστήνεται μόνο για τους ασθενείς με κλινικά σοβαρή παχυσαρκία (ΔΜΣ μεγαλύτερο του 40) και εφόσον έχουν εξαντληθεί άλλες συντηρητικές διαιτητικές μέθοδοι. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να προταθεί και σε λιγότερο υπέρβαρα άτομα που παρουσιάζουν κάποια από τα συνάδει νοσήματα, όπως διαβήτη, υπέρταση, υπνική άπνοια, υπερλιπιδαιμία, μεταβολικό σύνδρομο, στεφανιαία νόσο, και μυοσκελετικά ή κινητικά προβλήματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών, 80-90%, θα χάσουν σχεδόν όλα τα παραπανίσια κιλά μέσα σε λίγους μήνες, ενώ, στο 70% των περιπτώσεων, το βάρος θα σταθεροποιηθεί για τουλάχιστον 5 χρόνια. Οι χειρουργικές τεχνικές που εφαρμόζονται την τελευταία δεκαετία γίνονται σχεδόν αποκλειστικά με τη λαπαροσκοπική μέθοδο. Πιο συνηθισμένες είναι οι επεμβάσεις περιοριστικού τύπου, όπως ο γαστρικός ρυθμιζόμενος δακτύλιος και η γαστροπλαστική τύπου sleeve (μανίκι). Οι επεμβάσεις αυτές οδηγούν σε απώλεια βάρους, περιορίζοντας την κατανάλωση τροφής. Σε ορισμένες περιπτώσεις ακραίας ή ανθεκτικής παχυσαρκίας, μπορεί να προτιμηθεί κάποια επέμβαση δυσαπορροφητικού τύπου, όπως η χολοπαγκρεατική παράκαμψη με ημιγαστρεκτομή ή το γαστρικό by-pass. Για την επιλογή της καταλληλότερης επέμβασης, είναι απαραίτητη η σωστή και αμερόληπτη ενημέρωση προκειμένου να σχηματίσει ο ασθενής μια ρεαλιστική εικόνα για τις σημαντικές αλλαγές που θα επέλθουν στη ζωή του μετά τη χειρουργική επέμβαση. Στο σημείο αυτό, η καθοδήγηση του ιατρού χειρούργου πάντα σε συνεργασία με διαιτολόγο είναι μείζονος σημασίας. O κλινικός διαιτολόγος είναι υπεύθυνος για την πλήρη διατροφική κάλυψη των αναγκών του ασθενούς, η οποία είναι απαραίτητη ύστερα από μια τέτοιου είδους επέμβαση λόγω είτε της περιορισμένης ποσότητας τροφής που μπορεί να καταναλώνει ο ασθενής, είτε λόγω της δυσαπορρόφησης θρεπτικών συστατικών απαραίτητων για τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού.

Γνωστική Συμπεριφοριστική θεραπεία παχυσαρκίας.

Η οριστική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι δύσκολη και πολύπλοκη διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, η απώλεια πλεονάζοντος βάρους κρίνεται σημαντικότατη καθώς μειώνεται αρκετά ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη, υπεριλιπιδαιμίας, αρτηριακής υπέρτασης και καρδιοαγγειακών νοσημάτων. Εργαλεία για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι η δίαιτα, η άσκηση, ή ακόμα και φαρμακευτική αγωγή. Τα θεμιτά αποτελέσματα μπορούν να προέλθουν και από τον συνδυασμό δίαιτας χαμηλής θερμιδικής πρόσληψης συνδυαζόμενης με άσκηση και γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία. Η γνωστική συμπεριφοριστική προσέγγιση στην παχυσαρκία δίνει έμφαση τόσο στην φάση απώλειας βάρους όσο και στη φάση συντήρησης βάρους, και προσπαθεί ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει γνωστικούς και συμπεριφοριστικούς παράγοντες που οδήγησαν σε παχυσαρκία, πέρα από γενετικούς παράγοντες, φυσικά. Η γνωστική συμπεριφοριστική προσέγγιση, εκτός από την έμφαση που δίνει στη δίαιτα και στην αυξημένη σωματική δραστηριότητα, εστιάζει επίσης στην επίτευξη γνωστικής και συμπεριφοριστικής αλλαγής σε προσωπικά ζητήματα, όπως στην ποιότητα διαπροσωπικών σχέσεων, στην εμφάνιση και την αυτοπεποίθηση. Δίνεται προσοχή στο να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει ο πάσχων τις αλλαγές που έχουν ήδη γίνει κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και στο να αποδεχθεί και να αγνοήσει πράγματα που δεν δύναται να αλλάξουν.